- μόχλευσις
- μόχλ-ευσις, εως, ἡ,A moving by a lever, setting joints by leverage, Hp.Fract.13.31,Art.74.2 removal, dislodgement, extirpation,
τῆς ῥίζης τοῦ κακοῦ Aret.CD1.2
.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
τῆς ῥίζης τοῦ κακοῦ Aret.CD1.2
.Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
μόχλευσις — moving by a lever fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μοχλεύσει — μόχλευσις moving by a lever fem nom/voc/acc dual (attic epic) μοχλεύσεϊ , μόχλευσις moving by a lever fem dat sg (epic) μόχλευσις moving by a lever fem dat sg (attic ionic) μοχλεύω prise up aor subj act 3rd sg (epic) μοχλεύω prise up fut ind mid… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μοχλεύσεις — μόχλευσις moving by a lever fem nom/voc pl (attic epic) μόχλευσις moving by a lever fem nom/acc pl (attic) μοχλεύω prise up aor subj act 2nd sg (epic) μοχλεύω prise up fut ind act 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μοχλεύσιος — μόχλευσις moving by a lever fem gen sg (epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μόχλευσιν — μόχλευσις moving by a lever fem acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μόχλευση — η (Α μόχλευσις) [μοχλεύω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μοχλεύω, μετατόπιση, μετακίνηση που γίνεται με τη βοήθεια μοχλού νεοελλ. μτφ. αναμόχλευση, ανακίνηση, αναζωπύρωση αρχ. ιατρ. εξάρθρωση, εξαγωγή, εκρίζωση … Dictionary of Greek
μοχλεύσεως — μοχλεύσεω̆ς , μόχλευσις moving by a lever fem gen sg (attic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)